αδενολογία


αδενολογία
η Ιατρ.
η ανατομική, φυσιολογική και νοσολογική μελέτη των αδένων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < ἀδ-ήν, -ένος + -λογία < λέγω, πρβλ. αγγλ. adenology].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αδενολογία — η (ιατρ.), η μελέτη των αδένων και των ασθενειών τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek